επιήρανος

ἐπιήρανος, -ον (Α) [επίηρα]
1. ευχάριστος, ευπρόσδεκτος («ποδάνιπτρα ποδῶν ἐπιήρανα θυμῷ», Ομ. Οδ.)
2. βοηθός, αρωγός («Μινύαις ἐπιήρανε»)
3. κυβερνήτης, επόπτης (α. «Ἀθηναίων ἐπιήρανε» β. «ἔργων ἐπιήρανος»)
5. φρ. «νεύρων ἐπιήρανος» — αυτός που προκαλεί νευρική υπερένταση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιήρανος — pleasing masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιήρανον — ἐπιήρανος pleasing masc/fem acc sg ἐπιήρανος pleasing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιήρανα — ἐπιήρανος pleasing neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιήρανε — ἐπιήρανος pleasing masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλαθηνός — ή, ό (AM γαλαθηνός, ή, όν) (για βρέφη και νεογνά ζώων) αυτός που θηλάζει ακόμη, που δεν τρώει ακόμη στερεά τροφή. [ΕΤΥΜΟΛ. < γάλα + θη , θήσθαι (απρμφ. ενεστ. με σημασία «θηλάζειν») + (επίθημα) νο ς κατά το αγανός (πρβλ. επιήρανος, θαλπνός,… …   Dictionary of Greek

  • u̯er-11, u̯erǝ- —     u̯er 11, u̯erǝ     English meaning: friendship; trustworthy, true     Deutsche Übersetzung: “Freundlichkeit (erweisen)”     Material: A. root nouns u̯ēr : Gk. Fηρ in Hom. (ἐπι) ἦρα φέρειν “einen Gefallen tun”, Pherek. ἦρα ἴσθι, Bacchyl. ἦρα… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.